Με ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δημ. Στρατούλη συζητήθηκε, για ακόμη μια φορά, το επίμαχο θέμα των συντάξεων ...

στη Βουλή, χωρίς να δοθούν επαρκείς και καθαρές απαντήσεις, τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την αντιπολίτευση, στην αγωνία των συνταξιούχων, αυτών των θυμάτων, που πλήρωσαν, πληρώνουν και θα πληρώσουν ακόμη την ανικανότητα των κυβερνήσεων των τελευταίων 40 χρόνων και προπαντός τις αλλεπάλληλες ληστείες των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, που άρχισαν από τη δεκαετία του 1950 και συνεχίζονται.

Απαντώντας στην ερώτηση του κ. Στρατούλη ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης δήλωσε ότι δεν θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις, δεν είπε όμως αν θα ισχύσει το ίδιο και για τις επικουρικές συντάξεις και το εφάπαξ, που σημαίνει ότι σ' αυτό το ζήτημα το θέμα της μείωσης παραμένει ανοιχτό. Οι συνταξιούχοι, λοιπόν, που είδαν τα τελευταία χρόνια να εξανεμίζεται με τις αλλεπάλληλες περικοπές το εισόδημά τους, θα πρέπει να περιμένουν νέο «κούρεμα». Εως πότε, όμως, θα πληρώνουν οι συνταξιούχοι και γενικότερα οι ασφαλισμένοι την κυβερνητική ανικανότητα, την κρατική ανεπάρκεια και τους χιλιάδες απατεώνες, που εισπράττουν συντάξεις πεθαμένων, αναπηρικές χωρίς να είναι ανάπηροι και άλλους με πλαστά δικαιολογητικά; Αποκαλύφθηκε, μάλιστα, ότι συμμετέχουν στην απάτη και κάποιοι ασυνείδητοι που εργάζονται στο ασφαλιστικό σύστημα. Πέραν αυτού απομυζούν το σύστημα και διάφορα κυκλώματα απάτης, με όργιο στις ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες.

Τι περιμένει ο κ. Βρούτσης για να αναδιοργανώσει τις υπηρεσίες του ασφαλιστικού συστήματος, ώστε να εξαφανιστούν οι απάτες ληστείας εκατομμυρίων ευρώ -άγνωστο ποιου ύψους- από τα χρήματα των ασφαλισμένων; Είπε ο υπουργός Εργασίας ότι για την επαναφορά όλων των συνταξιοδοτικών παροχών στα προ κρίσης επίπεδα, το κόστος θα φτάσει τα 5-6 δισ. ευρώ και υπογράμμισε: «Πού είναι αυτά τα λεφτά, για να επαναφέρω τις συντάξεις αύριο το πρωί;».

Με διαβρωμένο, ράθυμο και ανίκανο το ασφαλιστικό σύστημα ο υπουργός Εργασίας δεν μπορεί να βρει αυτά τα λεφτά, ούτε καν εκείνα για να διατηρηθούν οι παροχές στο σημερινό επίπεδο και να μην «κουρευτούν». Αντί να τολμήσουν οι υπουργοί βαθιές τομές για να εξυγιανθεί το κράτος και το ασφαλιστικό σύστημα, καταφεύγουν στην εύκολη λύση, δηλαδή στη μείωση των συντάξεων και γενικά των παροχών του κράτους πρόνοιας. Ενα μέρος από τα λεφτά μπορεί να τα βρει ο υπουργός, αν χτυπηθεί αποφασιστικά η εισφοροδιαφυγή, η εισφοροαποφυγή και η εισφοροκλοπή, αυτά δηλαδή που συμβαίνουν και με τους φόρους, όπως έχει αποδειχτεί από τους περιστασιακούς -και όχι συστηματικούς- ελέγχους, που πρόχειρα έγιναν σε επιχειρήσεις, την ώρα που η «μαύρη εργασία» είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού. Λεφτά μπορεί να βρεθούν, αν εφαρμοστεί, έστω και με καθυστέρηση 3 χρόνων, η πρόταση του σημερινού αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος τον Οκτώβριο του 2011 ως υπουργός Οικονομικών είχε δηλώσει ότι η κυβέρνηση εξετάζει τη δυνατότητα να δημιουργηθεί εταιρεία ειδικού σκοπού με μετόχους τα ασφαλιστικά ταμεία, στην οποία να μεταφερθούν περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, ώστε να αναπληρωθούν οποιεσδήποτε απώλειες. Η πρόταση έπεσε στο κενό, γιατί ξεχάστηκε γρήγορα. Ο κ. Βενιζέλος επανήλθε τον Ιούνιο του 2013 με νέα πρόταση για τη δημιουργία Ταμείου Κοινωνικής Αλληλεγγύης Γενεών, το οποίο θα ενισχύεται με το 75% των εσόδων από την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της χώρας (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ.).

Στο κενό έπεσαν και τα επί κυβερνήσεως Νέας Δημοκρατίας τον Απρίλιο του 2007 σχέδια του τότε υπουργού Οικονομικών Γιώργου Αλογοσκούφη για την αντικατάσταση των «ανίδεων» -όπως τις χαρακτήριζε- διοικήσεων των ασφαλιστικών ταμείων με «ειδήμονες», που θα διαχειρίζονταν αποδοτικά τα αποθεματικά και την ακίνητη περιουσία των Ταμείων. Στο κενό επίσης έπεσαν και τα σχέδια του συνδικαλιστικού κινήματος (ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ) που το 1998 είχε προτείνει για την αξιοποίηση των αποθεματικών των Ταμείων να δημιουργηθεί νέου τύπου αμοιβαίο κεφάλαιο συνταξιοδοτικού σκοπού. Και το 1992 το πόρισμα της ΓΣΕΕ για την «Αναμόρφωση του Συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων» έπεσε στο κενό της κυβερνητικής αδιαφορίας. Το 2006 η τότε διοίκηση του ΙΚΑ είχε προτείνει να αγοράσει το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, για να εκμεταλλεύεται πιο αποδοτικά τα αποθεματικά του. Η πρόταση απορρίφθηκε από την τότε κυβέρνηση και έτσι χάθηκε η ευκαιρία να αποκτήσει το ασφαλιστικό σύστημα δική του τράπεζα.

Οι κυβερνήσεις έπρεπε να είχαν δώσει λύση στο Ασφαλιστικό, διότι το κράτος έχει καταληστεύσει τα χρήματα των ασφαλισμένων. Η ληστεία άρχισε μετά τον Εμφύλιο με δικαιολογία-πρόσχημα την ανάπτυξη της χώρας. Με τον αναγκαστικό νόμο 1611/50 τα αποθεματικά των Ταμείων δεσμεύτηκαν και ληστεύονταν ώς τις αρχές του 1980 με επιτόκιο που μόλις έφτανε το 4%, όταν το επιτόκιο των κοινών καταθέσεων ήταν πάνω από 20 και 25%.

Κατά τους υπολογισμούς της ΓΣΕΕ, αν δεν είχε γίνει η δέσμευση, μόνο το ΙΚΑ θα είχε στο τέλος της δεκαετίας του 1990 αποθεματικά πάνω από 30 τρισ. δραχμές. Η ληστεία συνεχίστηκε και μέσω του Χρηματιστηρίου, όταν το 1992 από την κυβέρνηση Μητσοτάκη επετράπη η τοποθέτηση του 20% των αποθεματικών των Ταμείων σε τραπεζικές επενδύσεις υψηλού ρίσκου. Η κυβέρνηση Σημίτη ανέβασε στο 23% το ποσοστό που μπορούσαν να επενδύσουν τα Ταμεία σε μετοχές. Με την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου τα Ταμεία έχασαν πάνω από 3,5 δισ. ευρώ. Η επόμενη ληστεία έγινε με τα διαβόητα «δομημένα» ομόλογα. Και όσα αποθεματικά απόμειναν ληστεύτηκαν με το «κούρεμα» της 12ης Μαρτίου 2012. Τα Ταμεία από τα 18,7 δισ. ευρώ, που ήταν τα αποθεματικά τους, έχασαν 8,3 δισ. ευρώ.

Λεφτά μπορεί να βρει ο κ. Βρούτσης, αν μέρος της κρατικής περιουσίας που εκποιείται δοθεί στα Ταμεία για να ιδρυθεί μια Τράπεζα Ασφάλισης και Υγείας, που θα στηρίζει το ασφαλιστικό σύστημα. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να αρχίσει αγώνα και το συνδικαλιστικό κίνημα.

 

Του Βίκτωρα Νέτα

Εφημερίδα των Συντακτών

22/9/2014