Ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει τη δημιουργία του και τη μεταφορά σε αυτόν, σε μειωμένες τιμές...

, ληξιπρόθεσμων ιδιωτικών οφειλών.

→Σύμφωνα με την πρόταση, το κόστος διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους θα πρέπει να επιμεριστεί μεταξύ τραπεζών, ελληνικού Δημοσίου και δανειοληπτών, ώστε οι τελευταίοι να επωφεληθούν του «κουρέματος» αντί των distress funds

Τη δημιουργία ενός δημόσιου φορέα στον οποίο θα μεταφερθούν σε μειωμένες τιμές αναγκαστικά όλα τη μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά και επαγγελματικά δάνεια, τα οποία στη συνέχεια θα διευθετηθούν αυστηρά με κοινωνικά κριτήρια, προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο φορέας αυτός, σε δεύτερη φάση, δεν αποκλείεται να επεκταθεί και στη διαχείριση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία.

Σύμφωνα με τον Γ. Σταθάκη, υπεύθυνο του τομέα Ανάπτυξης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το πλαίσιο διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ συνεχίζει να αφήνει τους δανειολήπτες έκθετους σε εκβιαστικά διλήμματα των τραπεζών. Κι αυτό γιατί οι τράπεζες «διατηρούν το δικαίωμα μεταπώλησης των δανείων σε κερδοσκοπικές εταιρείες και απειλείται η ιδιοκτησία επί της πρώτης κατοικίας».

Αγορά με έκπτωση

Επί της ουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει τα «κόκκινα δάνεια» να μεταφέρονται (δηλαδή να αγοράζονται) στον δημόσιο φορέα με μεγάλη έκπτωση (π.χ. στο 30% της αξίας τους). Στη συνέχεια ο φορέας, έχοντας θεσπίσει αυστηρά κριτήρια, όπως εισόδημα, περιουσία κ.λπ., θα αναλαμβάνει την είσπραξη του δανείου από τον δανειολήπτη, ο οποίος θα επωφελείται της έκπτωσης που έχει «κερδίσει» ο φορέας αγοράζοντας το δάνειο από την τράπεζα.

Για παράδειγμα, ένα «κόκκινο» στεγαστικό δάνειο αξίας 100.000 ευρώ θα αγοράζεται από τον φορέα στις 30.000 ευρώ. Στη συνέχεια, ανάλογα με τη δυνατότητα αποπληρωμής που έχει ο δανειολήπτης θα αποπληρώσει τουλάχιστον 30.000 ευρώ επωφελούμενος την έκπτωση που έχει πετύχει ο δημόσιος φορέας αγοράζοντας το δάνειο από την τράπεζα.

Τα distress funds, αντίθετα, ενώ αγοράζουν τα «κόκκινα» δάνεια στο 10% ή ακόμα και στο 5% της αξίας τους, διεκδικούν με κάθε μέσο, συνήθως απάνθρωπο και ανήθικο, το 100% από τον δανειολήπτη. Αγοράζουν δηλαδή ένα δάνειο αξίας 100.000 ευρώ, μόλις 10.000 ευρώ και διεκδικούν και τις 100.000 ευρώ αποκομίζοντας κέρδος 90.000 ευρώ. Διαφορετικά παίρνουν το ακίνητο, το οποίο είναι συνήθως πολύ μεγαλύτερης αξίας, καθώς όταν μιλάμε για «κόκκινα» δάνεια αναφερόμαστε σε υπόλοιπα δανείων που κάποια στιγμή έπαψαν να εξυπηρετούνται.

Η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ, που σε κάθε περίπτωση θέλει να διασφαλίσει την προστασία της πρώτης κατοικίας, διαμορφώθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, βάσει διεθνών πρακτικών που εφαρμόστηκαν επιτυχώς σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Φινλανδία.

Με δεδομένη την οικονομική κατάσταση, που δεν αναμένεται να βελτιωθεί άμεσα, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης υποστηρίζει ότι η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους δεν μπορεί να είναι υπόθεση των τραπεζών, αλλά ενός ανεξάρτητου φορέα, δημόσιου χαρακτήρα.

Κι αυτό γιατί οι τράπεζες δεν προσμετρούν τις οφειλές των δανειοληπτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, αλλά μόνο προς τις ίδιες για να αποφανθούν για την ικανότητα αποπληρωμής. Επιπρόσθετα, η διόγκωση των «κόκκινων» δανείων σε συνδυασμό με το εποπτικό πλαίσιο καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη διαχείριση του προβλήματος αποκλειστικά από τις τράπεζες.

Ο λογαριασμός

Σύμφωνα με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, το κόστος διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους θα πρέπει να επιμεριστεί μεταξύ τραπεζών, ελληνικού Δημοσίου και δανειοληπτών, ενώ βασικό ρόλο στην αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων μπορεί να διαδραματίσει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με το υπόλοιπο κεφάλαιο που διαθέτει.

Υπολογίζεται ότι από τα 19 δισ. ευρώ των «κόκκινων» στεγαστικών δανείων, το κόστος για διαγραφή του ποσού των δανείων που ανήκει σε ευπαθείς ομάδες (περίπου το 30%) θα φτάσει τα 5 δισ. ευρώ.

Το 80% με 90% του προαναφερθέντος ποσού θα πρέπει να καταγραφεί ως ζημιά, επειδή για τα στεγαστικά δεν έχουν εγγραφεί σημαντικές προβλέψεις.

Με αναγωγή και στις υπόλοιπες κατηγορίες δανείων (καταναλωτικά, επιχειρηματικά), όπου τα «κόκκινα» είναι περίπου 56 δισ., υπολογίζεται ότι το συνολικό κόστος μπορεί να ανέλθει σε ποσό άνω των 18 δισ. ευρώ.

Προβλέψεις για απορρόφηση

Το ποσό αυτό μπορεί να απορροφηθεί κατά ένα μεγάλο μέρος από τις τράπεζες (τουλάχιστον 10 δισ.) λόγω ύπαρξης προβλέψεων αλλά και με την προϋπόθεση ότι θα θεσμοθετηθεί η δυνατότητα σταδιακής εγγραφής της ζημιάς (σε βάθος χρόνου 10ετίας) και όχι άμεσης.

Θα είναι δυνατό -σύμφωνα με την πρόταση- μετά τη σταθεροποίηση της οικονομίας και την επίτευξη σημαντικών κερδών από τις τράπεζες, τα έκτακτα κέρδη τους να διατίθενται για την κάλυψη διαγραφών «κόκκινων» δανείων.

Εξάλλου, ορισμένοι δανειολήπτες ενδέχεται να εμφανίσουν βελτίωση στα οικονομικά τους στα επόμενα 10 χρόνια (κατά την κυβέρνηση πολύ νωρίτερα!) και να αρχίσουν να εξυπηρετούν τα δάνειά τους.

Το κόστος διαχείρισης των χρεών από τον ενδιάμεσο φορέα, και συγκεκριμένα το κόστος μεταβίβασης, υπολογίζεται ότι θα είναι αρκετά χαμηλότερο από τα 10 δισ. που θα καλυφθεί από τις τράπεζες.

Το συγκεκριμένο ποσό δεν θα καταβληθεί αμέσως ούτε όλο σε μετρητά αλλά θα καλυφθεί με την έκδοση τίτλων ή ομολόγων.

Για τον πρώτο χρόνο υλοποίησης του σχεδίου απαιτούνται περίπου 3-4 δισ., ποσό το οποίο μπορεί να καλυφθεί από το υπόλοιπο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (υπολογίζεται συνολικά σε 11 δισ. ευρώ).

Στη συνέχεια, εκτιμάται ότι θα διατεθούν επιπλέον περίπου 3 δισ. ευρώ ανάλογα με την εξέλιξη της διαχείρισης των δανείων αυτών από τον φορέα.

Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, το κόστος υλοποίησης του προγράμματος ρύθμισης των «κόκκινων» δανείων είναι διαχειρίσιμο.

Άρτεμις Σπηλιώτη, Κωστας Τσάβαλος

Εφημερίδα των συντακτών 19/6/2014