Κυριακή, εννέα και μισή το πρωί, μετρό, Μοναστηράκι. Μέρα και ώρα που η βιασύνη δεν είναι στα φόρτε της∙ μάλλον το αντίθετο. Μπαίνω στην κυλιόμενη πρώτος. Για να διευκολύνω όσους ακολουθούν, ανεβαίνω τρία σκαλιά και...

πιάνω τη δεξιά μεριά, αφήνοντας ελεύθερη την αριστερή για τυχόν βιαστικούς. Ηλικιωμένη κυρία, σκούρο παντελόνι, σκούρο μπουφάν, σπορτέξ παπούτσι, κοντό μαλλί, περιποιημένη και μοντέρνα, λεπτή και ευκίνητη, ανεβαίνει από δίπλα μου με ρυθμό... εφηβείας. Προτού προλάβω να αποσώσω την ενθουσιώδη σκέψη μου: «Μπράβο, κυρία μου! Να μη σας ματιάσω!». Η «κυρία μου» με προσπερνάει τέσσερα σκαλιά, παραμερίζει δεξιά και στέκεται μπροστά μου. Αλλά πρώτη!

Αν υπάρχει εξήγηση αυτής της, εκ πρώτης όψεως, ανεξήγητης συμπεριφοράς, θα τη δεχτώ ευχαρίστως. Οχι πως έπαθα και τίποτα: σκουντούφλησα ή εμποδίστηκα κι έχασα στο τσακ τον Ηλεκτρικό. Μόνο που σκέφτηκα, σαν πόσα να 'ναι άραγε τα παράδοξα και ανεξήγητα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά ή εμείς οι ίδιοι εκδηλώνουμε σε άλλους και τα προσπερνάμε (και καλά κάνουμε, γιατί άμα τους παραδίναμε σημασία, μπορεί και να τρελαινόμασταν), αλλά, ωστόσο, το καθένα από αυτά είναι μια μικρή, καθημερινή αδικία που υφιστάμεθα ή ασκούμε.

Λέμε και λέμε για την κρίση και πώς θα την ξεπεράσουμε∙ κάποιοι την αμφισβητούν αφοριστικά: υποστηρίζουν πως είναι στημένο παιχνίδι του χρηματοπιστωτικού συστήματος να κάνει βίαιη αναδιανομή εισοδήματος υπέρ των τραπεζών, με την Ελλάδα π.χ. πειραματόζωο. Θεωρώ την ερμηνεία εύκολη∙ όλες οι οικονομικές κρίσεις, πάντα, εκτός από πολλούς χαμένους, είχαν και λίγους κερδισμένους. Μόνο που έτσι δεν ερμηνεύονται οι μικρές καθημερινές αδικίες αγνώστων εναντίον αγνώστων που ολοένα και πολλαπλασιάζονται. Το καθημερινό κυνήγι πρωτιάς χωρίς εμφανή λόγο, από κεκτημένη ανταγωνιστική ταχύτητα, είναι η αθέατη πλευρά της κρίσης∙ αυτή ακριβώς η πλευρά που έχει προσβάλει τα αμυντικά κύτταρα του κοινωνικού μας σώματος∙ έχει τεμαχίσει τα σύνολα σε μονάδες.

του Πέτρου Μανταίου απο την Εφημερίδα των συντακτών 7/5/2014