Ο Γκάντι νίκησε την αποικιοκρατική βία προτάσσοντας την παθητική ανυπακοή. Ο...

Λεωνίδας επέλεξε να αντιμετωπίσει τα ασιατικά στίφη προτάσσοντας τα στήθη του. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ οδήγησε την άρση των φυλετικών διαφορών προτάσσοντας την ηθική του αγανάκτηση. Τίποτα απ' αυτά δεν φαινόταν εφικτό. Αλλά όλα επιτεύχθηκαν, επειδή το πίστεψαν, το θέλησαν και το ονειρεύτηκαν

 

Ηδη πριν από τη Ρωσική Επανάσταση, η Αριστερά αντιμετωπιζόταν σαν το απόλυτο Κακό. Εκείνοι που δεν συμβιβάζονταν με τη διαιώνιση της εξαθλίωσης, της εκμετάλλευσης και της φτώχειας και επαγγέλλονταν την ανατροπή ή έστω τον μετασχηματισμό του κατεστημένου συστήματος των κοινωνικών σχέσεων έρχονται σε αντίθεση με την ίδια τη φύση των πραγμάτων. Παράγοντας και επικυρώνοντας ανισότητες, ο νόμος της φυσικής επιλογής είναι αδυσώπητος.

Στο εξής λοιπόν, η ιδέα της Ελευθερίας μπορεί και πρέπει να προηγείται της Ισότητας και της Αδελφότητας. Κανείς δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει την εγγενή αυτή αξιακή τάξη του κόσμου. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, όσοι το αποτολμούν οφείλουν να καταγγέλλονται συλλήβδην ως αντεθνικοί προδότες, φανατικοί ανισόρροποι, ανορθολογικά τέρατα, αντικοινωνικοί τρομοκράτες, ελλειμματικοί υπάνθρωποι ή νοσηρά ακαταλόγιστοι μηδενιστές. Εν δυνάμει τουλάχιστον, η πολιτική σκηνή προσλαμβανόταν ως εγγενώς εμφυλιοπολεμική.

Οι καιροί όμως άλλαξαν. Το τέλος του ψυχρού πολέμου και στη συνέχεια η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η νέα οικουμενική «αναπτυξιακή συναίνεση» οδήγησαν σε μια ελεγχόμενη άμβλυνση των πολιτικών παθών. Το «τέλος της Ιστορίας» εμφανίζεται με τη μορφή του τέλους των ιδεολογιών και κατ' επέκτασιν του τέλους του αδιαπραγμάτευτα αδιάλλακτου πολιτικού λόγου. Το μετα-ιστορικό όχημα που οδηγεί στην ατέρμονα πρόοδο και ανάπτυξη φαίνεται πια να έχει χώρο για όλους. Ακόμα λοιπόν και αν οι επιβάτες της τρίτης θέσης αποκλείονται από το τραπέζι των προνομιούχων, μπορούν εν τούτοις να απολαμβάνουν τα αποφάγια. Η έλευση του καταναλωτικού παραδείσου φαινόταν να αφορά τους πάντες.

Ετσι, παρά τις ιστορικές διαφορές τους, τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά φαίνονταν πια να μπορούν να διαλέγονται μεταξύ τους. Οι ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας μπορεί να ανασυντεθούν σε ένα κοινά πλέον αποδεκτό δημοκρατικό πολιτικό πλαίσιο. Το διαλυμένο τρίπτυχο του Διαφωτισμού μοιάζει να επανέρχεται ως ενιαίο και αδιαίρετο. Από τη στιγμή που, ούτως ή άλλως, τα πράγματα φαίνεται να πορεύονται προς τον καλύτερο των δυνατών κόσμων, όλοι οι εχέφρονες άνθρωποι όφειλαν πια να υποτάσσονται στην κοινή διαλεκτική της προόδου. Με αυτή την έννοια, η νέα αναπτυξιακή συναίνεση οδηγούσε σε μια «δομική» εξημέρωση των πολιτικών ηθών. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ιστορική ρίζα του δόγματος ΤΙΝΑ: η δημοκρατική πορεία προς την ανάπτυξη είναι η μόνη έλλογη επιλογή.

Ομως, ανατρέποντας τις εσωτερικευμένες αναπτυξιακές βεβαιότητες, η κρίση μετατόπισε ριζικά τους όρους εκφοράς του πολιτικού λόγου. Οι κατεστημένες ιδέες δεν είναι πια ούτε αξιόπιστες ούτε πλειοψηφικές ούτε αυτονόητες. Κατ' ανάγκην, από τη στιγμή που τα φαινόμενα της φτώχειας, της εξαθλίωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού γίνονται ενδημικά, η ειδυλλιακή αναπτυξιακή σύμπνοια καταρρέει. Υστερα από μια μακρά ιστορική παρένθεση, το περιεχόμενο της ιδέας της προόδου αναδεικνύεται και πάλι σε επίμαχο διακύβευμα.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι σε ολοένα και περισσότερες χώρες, η ριζοσπαστική Αριστερά βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο. Ως πρόταγμα, ελπίδα ή υπαλλακτική λύση, το «άλλο», «εκείνο-που-δεν-υπάρχει-ακόμα», ανακτά τη θέση του στο κοινωνικό φαντασιακό. Ακόμα και αν το συγκεκριμένο περιεχόμενο των νέων οραμάτων παραμένει σε πολλά σημεία αναποκρυστάλλωτο, είναι σαφές ότι η τρέχουσα κατολίσθηση θα πρέπει πάση θυσία να ανακοπεί.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η κλυδωνιζόμενη συντηρητική Δεξιά είναι υποχρεωμένη να αναθεωρήσει την επιχειρηματολογία της και μαζί με αυτήν το ύφος της. Δεν είναι βέβαια δυνατόν, τουλάχιστον επί του παρόντος, να επιστρέψει στην αδιαμεσολάβητη ψυχροπολεμική δαιμονοποίηση των αντιπάλων της. Εις πείσμα ακραίων κατασκευών, όπως η «θεωρία των δύο άκρων», το ιδεολογικό κεκτημένο της δημοκρατικής πολιτειακής διαπραγματευσιμότητας παραμένει ακόμα ισχυρό. Ποντάροντας στη διαιώνιση της αναπτυξιακής συναίνεσης, η Δεξιά εξακολουθεί άλλωστε να πιστεύει ότι μπορεί πάντα να ελέγχει την Ιστορία. Στο μέτρο όμως που ο εχθρός μοιάζει να βρίσκεται προ των πυλών, πρέπει να επινοηθούν άλλοι, πειστικότεροι τρόποι απαξίωσης του ολοένα ενισχυόμενου αντίπαλου δέους.

Η Αριστερά δεν μπορεί βέβαια να δαιμονοποιείται προκαταβολικά ως ηθικά απάνθρωπη, ιστορικά κτηνώδης και πολιτειακά αντιδημοκρατική. Μπορεί όμως πάντα να καταγγέλλεται ως προφανώς ανίκανη, ανάξια, ψευδολόγα, υποκριτική, αναποτελεσματική, ανορθολογική και επικίνδυνη. Τα ρητορικά σχήματα είναι σαφή. «Ακόμα και αν το θέλατε», μας λένε, «δεν θα μπορούσατε να κάνετε αυτά που λέτε. Και αν ισχυρίζεστε πως μπορείτε, λέτε ψέματα. Ακόμα και αν κινείστε από ευγενή κίνητρα -πράγμα που αμφισβητούμε-, η ανατρεπτική σας βούληση είναι έγκλημα κατά της κοινής λογικής.

Και γι' αυτό ακριβώς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι είτε καλύπτετε τις ανομολόγητες αντιδημοκρατικές προθέσεις σας πίσω από την ατελέσφορη ρητορεία σας, οπότε είστε καταλυτικά επικίνδυνοι για το πολίτευμα, είτε γνωρίζετε εκ των προτέρων πως αυτά που επαγγέλλεστε είναι αδύνατα, οπότε και ελέγχεστε ως τυχάρπαστοι υποκριτές». Ρητά ή σιωπηρά, αυτά είναι τα συμπαραδηλούμενα του κυρίαρχου πλέον σήμερα αντιλαϊκιστικού λόγου. «Σεις χαϊδεύετε αυτιά, εμείς όμως λέμε την αλήθεια. Σεις επικαλείστε τον λαό, εμείς όμως φροντίζουμε τα ''αληθινά'' του συμφέροντα». Την αλήθεια αυτή όμως, τη γνωρίζουμε μόνον «εμείς».

Η λειτουργία της ιδεολογικής αυτής στροφής είναι διπλή. Από τη μια μεριά, προφανώς, στοχεύεται η ιδεολογική υπονόμευση των αντιπάλων. Από την άλλη μεριά όμως, εξίσου σημαντική είναι η εκλογίκευση των νεοφιλελεύθερων επιλογών. Εμμέσως πλην σαφώς, η συντηρητική ρητορεία υπαινίσσεται πως η εξαθλίωση είναι εξ αντικειμένου αναπότρεπτη και μη αντιμετωπίσιμη. Το μετεξελιγμένο πλέον δόγμα ΤΙΝΑ εμφανίζεται με τη μορφή μιας συστημικά επικαθορισμένης μοιρολατρίας. Από τη στιγμή που δεν μπορούμε να αναστρέψουμε τις εξαθλιωτικές διαδικασίες, πρέπει να ζήσουμε σε μια πραγματικότητα που ξεπερνά τις δυνατότητες, άρα και την αρμοδιότητα του «πολιτικού».

Υπό τους όρους αυτούς λοιπόν, το πολιτικό δεν δικαιούται καν να θέλει. Οφείλει να οριοθετείται στο πλαίσιο όσων δεν «ενοχλούν» τις εξωπολιτικές εξουσίες διαταράσσοντας τις αγορόπεμπτες ισορροπίες του. Στο πλαίσιο αυτό ακριβώς, αναδύονται οι νέες «βρόμικες λέξεις» της πολιτικής. Το πολιτικό λεξιλόγιο οφείλει πια να ευθυγραμμίζεται απολύτως με τους νέους κανόνες της «ιδεολογικής ορθότητας». Οι μεγάλες και ευγενείς γενικόλογες αρχές της ισότητας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης παραμένουν βέβαια ανεκτές. Ως αποσυνδεδεμένες όμως από όλες τις κατάπτυστες εξειδικευμένες μορφές στοχευμένων «παροχών», συστηματικών «αναδιανομών», γενικής «προστασίας» και καθολικής «εξασφάλισης», ηχούν πλέον σαν γλυκεροί υπέρηχοι χωρίς περιεχόμενο.

Εκείνο άλλωστε που πρωτίστως προέχει είναι η αποχή από οποιεσδήποτε συγκεκριμένες παρεμβάσεις υπέρ των ασθενέστερων. Τα πράγματα μιλάνε από μόνα τους. Την ίδια στιγμή που η κατολίσθηση του επιπέδου ζωής όλων θεωρείται απευκταία, η αποκατάσταση των βλαβών εμφανίζεται αδύνατη και παράλογη. Την ίδια στιγμή που όλοι ομνύουν στο όνομα της μελλούσης γενεάς, το εκπαιδευτικό σύστημα στερείται τη στοιχειώδη δυνατότητά του να εκπαιδεύει. Και την ίδια στιγμή που όλοι κόπτονται για τη σημασία της δημόσιας υγείας, ακόμα και οι προληπτικοί έλεγχοι τίθενται υπό τον έλεγχο μιας αδυσώπητης αλλά αδέκαστης εργαλειακής επιτελεστικότητας.

Ολα φαίνεται πια να συμβαίνουν ως εάν η πολιτική δεν θέλει πλέον να είναι αρμόδια για την αξιοπρεπή επιβίωση των κοινωνών. Στην καλύτερη περίπτωση, αρκείται να επικεντρώνεται στους όρους της χρήσιμης, και κατά το δυνατόν ανέξοδης ευθανασίας τους. Ως Πόντιοι Πιλάτοι, οι σημερινοί εκπρόσωποι του καθαρού αντικειμενικού λόγου δεν έχουν άλλωστε τίποτε άλλο να κάνουν από το να εξακολουθούν να νίπτουν τις άμωμες χείρες τους. Υπό τους όρους αυτούς λοιπόν, η συστημική εξαθλίωση του σήμερα δεν μοιάζει μόνο αναπόφευκτη. Εμφανίζεται επιπλέον και ως «συστημικά ζωογόνα».

Οπως ακριβώς η ναζιστική κτηνωδία έτσι και η σημερινή αθλιότητα δικαιώνεται ως έλλογη και εξωγενώς επικαθορισμένη, δηλαδή ως «συστημική» και επιβεβλημένη από τα πράγματα. Ο ρόλος των πάνσοφων εξουσιών είναι να τη διαχειρίζονται και να τις εξορκίζουν επιτυχώς. Και όλοι οι άλλοι οφείλουν να υπακούουν στη φωνή της μονοδιάστατης και ολιστικής λογικής. Ετσι και μόνον είναι δυνατόν η εξαθλίωση να εμφανίζεται πια ως αδιάφορη, ίσως δε και ως ηθικά «κοινότοπη». Σε αυτό συνοψίζεται η τρέχουσα πολιτική της αθλιότητας και κατ' επέκτασιν η αθλιότητα της σημερινής πολιτικής!

Ενάντια λοιπόν σε αυτή την αθλιότητα, πρέπει να ονειρευτούμε για το αδύνατο, για το νέο, για εκείνο που δεν μπορούμε ίσως καν να ονομάσουμε. Ο Γκάντι νίκησε την αποικιοκρατική βία προτάσσοντας την παθητική ανυπακοή. Ο Λεωνίδας επέλεξε να αντιμετωπίσει τα ασιατικά στίφη προτάσσοντας τα στήθη του. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ οδήγησε την άρση των φυλετικών διαφορών προτάσσοντας την ηθική του αγανάκτηση. Τότε ακόμα τίποτε απ' αυτά δεν φαινόταν εφικτό. Αλλά όλα επιτεύχθηκαν, ακόμα και αν αυτό έμελλε να τους στοιχίσει τη ζωή. Και επιτεύχθηκαν επειδή το πίστεψαν, το θέλησαν και το ονειρεύτηκαν, επειδή τόλμησαν να λύσουν τους γόρδιους δεσμούς που τους προσέδεναν στην «πραγματικότητα» και στον «πραγματιστικό ορθολογισμό».

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

efsyn 20-21/9/2014