Η έντονη παρουσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας στη μάχη ενάντια στην παραβατικότητα στην αγορά εργασίας, την προηγούμενη περίοδο, ανέδειξε ένα φάσμα δυνατοτήτων για την καταπολέμηση του φαινομένου μέσα από τη συστηματική δράση των ελεγκτικών μηχανισμών.

Ταυτόχρονα, όμως, έφερε στη δημόσια σφαίρα φαινόμενα σοβαρής παραβατικότητας σε επιχειρήσεις που δεν ταυτίζονται με τον ορισμό της μικρομεσαίας επιχείρησης.

Με άλλα λόγια, πρακτικές παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας εντοπίζονται και σε κλάδους και επιχειρήσεις που λόγω μεγέθους ή ευρωστίας ίσως να ήταν αναμενόμενη μια διαφορετική εικόνα.

Οι μορφές παραβατικότητας μπορεί να είναι διαφορετικές, ωστόσο απαιτείται να δούμε συγκεκριμένα στοιχεία πριν καταλήξουμε στην επανάληψη του μύθου, ότι η παραβατικότητα στην αγορά εργασίας περιορίζεται στις μικρές επιχειρήσεις.

Για παράδειγμα, στην πρόσφατη έκθεση του ΣΕΒ για την αδήλωτη εργασία, ενώ αναγνωρίζεται η υποδηλωμένη εργασία σαν σημαντική διάσταση του προβλήματος, αρκεί η επίκληση του μεγέθους των επιχειρήσεων-μελών του για να τις εξαιρέσει από τη συζήτηση.(¹)

Δύο σημαντικά στοιχεία για να μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα είναι τα εξής:

Πρώτον, ο μέσος όρος εργαζομένων ανά επιχείρηση για το σύνολο της οικονομίας είναι 7,7, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης του Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ για το έτος 2017.

Δεύτερον, την ίδια χρονιά, το ΣΕΠΕ πραγματοποίησε 31.124 ελέγχους στο σύνολο των κλάδων της ελληνικής επιχειρηματικότητας και επέβαλε 6.864 πρόστιμα.

Λαμβάνοντας ως δείκτη παραβατικότητας την αναλογία προστίμων/ελέγχων, έχουμε ένα μέσο ποσοστό 22% για το σύνολο των κλάδων.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε τα στοιχεία για την παραβατικότητα σε τρεις κλάδους: την παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων, τις τηλεπικοινωνίες και τις τράπεζες.

Η επιλογή των συγκεκριμένων κλάδων έγινε με κριτήριο τον σημαντικά υψηλότερο αριθμό εργαζομένων (κατά μέσο όρο) ανά επιχείρηση σε σχέση με το σύνολο της οικονομίας.

Στους παραπάνω κλάδους οι αντίστοιχοι δείκτες παραβατικότητας ήταν: 15,7% για την παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων, 26,5% για τις τηλεπικοινωνίες και 19,8% για τις τράπεζες.

Μάλιστα, ειδικά για τον κλάδο των τραπεζών, το άθροισμα των επιβληθεισών κυρώσεων για το 2017 φτάνει το ύψος των 2.397.074 ευρώ.

Είναι εμφανές ότι τα στοιχεία διαψεύδουν τον ισχυρισμό που θέλει την παραβατικότητα να αποτελεί άγνωστη λέξη για τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Και μπορεί η αδήλωτη εργασία πράγματι να είναι εξαιρετικά περιορισμένη σε αυτού του είδους τις επιχειρήσεις, εντούτοις βλέπουμε να αναπτύσσονται άλλες μορφές παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας, με κύρια την καταστρατήγηση του ωραρίου εργασίας και την αδήλωτη υπερωριακή απασχόληση.

Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων την περίοδο 2010-2014 δεν είναι άσχετη με την παραπάνω εικόνα. Αντίθετα, η υποτίμηση συνολικά της εργασίας δημιούργησε μια ιδιότυπη κουλτούρα παραβατικότητας για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Υιοθετώντας έναν ιδιαίτερο υπολογισμό κόστους - οφέλους, προτιμούσαν να πληρώνουν πρόστιμα παρά να συμμορφώνονται με την εργατική νομοθεσία, σε ζητήματα όπως η υπερωριακή απασχόληση.

Γι' αυτόν τον λόγο είναι πολύ σημαντική η προσθήκη ενός επιπλέον εργαλείου για την αντιμετώπιση τέτοιων πρακτικών.

Η με αυτοματοποιημένο τρόπο επιβολή προσωρινής ή και οριστικής διακοπής λειτουργίας επιχειρήσεων που έχουν επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά, όπως προβλέπεται από τον Νόμο 4488/17, αναβαθμίζει την αποτρεπτική ισχύ του συστήματος κυρώσεων συνολικά και φέρνει τακτικές συστηματικής παραβατικότητας μπροστά στις ευθύνες τους.

Περιστατικά όπως η αδήλωτη υπερωριακή απασχόληση 109 εργαζομένων σε κεντρικό κατάστημα μεγάλης συστημικής τράπεζας, που οδήγησε στην επιβολή προστίμου 1,6 εκατ. ευρώ, ή καταγγελίες για καταστήματα άλλων συστημικών τραπεζών που φυγαδεύουν εργαζομένους από τις εξόδους κίνδυνου κατά τη διενέργεια ελέγχων, αποτυπώνουν δυστυχώς μια κουλτούρα παραβατικής συμπεριφοράς, η οποία είναι διαδεδομένη και σε μερικές περιπτώσεις οργανικά ενταγμένη στην εκπλήρωση οικονομικών στόχων και πλάνων.

Η προσπάθεια για την επιβολή της νομιμότητας στην αγορά εργασίας δεν περιορίζεται, όμως, μόνο στην εντατική και στοχευμένη δραστηριοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών.

Μια σημαντική διάσταση είναι η αλλαγή του πλαισίου στην αγορά εργασίας και δύο πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες σε αυτήν την κατεύθυνση έχουν ήδη νομοθετηθεί: η ηλεκτρονική αναγγελία της υπερωριακής απασχόλησης στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ, η οποία μειώνει δραστικά τα περιθώρια παραβατικότητας και εξασφαλίζει ένα αξιόπιστο εργαλείο ελέγχου στα χέρια των επιθεωρητών.

Επιπλέον, η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων επιδρά καθοριστικά στην ενδυνάμωση της θέσης των εργαζομένων απέναντι σε φαινόμενα καταστρατήγησης της εργατικής νομοθεσίας.

Το ζητούμενο των παραπάνω παρεμβάσεων είναι να εκτιμήσουμε σε όλη του την έκταση το φαινόμενο της παραβατικότητας στην αγορά εργασίας προκειμένου να γίνουμε ακόμα πιο αποτελεσματικοί στην προσπάθειά μας να το αντιμετωπίσουμε, επιδεικνύοντας μηδενική ανοχή σε παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας όπου κι αν αυτές εντοπίζονται.


(¹) «Η αδήλωτη εργασία... υποθάλπει τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων που τηρούν τη νομιμότητα και εκείνων που την καταστρατηγούν. Οι οργανωμένες επιχειρήσεις-μέλη του ΣΕΒ ανήκουν, λόγω μεγέθους, κατά τεκμήριο στην πρώτη κατηγορία». Ειδική Εκθεση του ΣΕΒ για την αδήλωτη εργασία, 6 Νοεμβρίου 2017

*ειδικός γραμματέας του ΣΕΠΕ

Δαιβάστε περισσότερα εδώ.